Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Σκύθαι - Σαρμάται



Οι Σκύθες


Σκυθία ονομαζόταν χώρα που την κατοικούσαν οι Σκύθες. Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς την προσδιορίζουν από την σημερινή Ρουμανία μέχρι το Παμίρ, μία ολόκληρη περιοχή στην Ευρασία, που κατοικούνταν από νομαδικούς λαούς, που μιλούσαν Ιρανικές γλώσσες. Η τοποθεσία και η έκταση της Σκυθίας διαφοροποιούνται κατά καιρούς, από την περιοχή των όρων Αλτάι μέχρι την περιοχή του κάτω τμήματος του ποταμού Δούναβη.




Οι Σκύθες πρωτοεμφανίσθηκαν στα Ασσυριακά χρονικά ως "Ισκουζάι". Ξεχύθηκαν από το βορρά γύρω στο 700 π.Χ. και εγκαταστάθηκαν στην Ασκάνια και το σημερινό Αζερμπαϊτζάν μέχρι τα νοτιοανατολικά της λίμνης Ούρμια. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι Σκύθες ονόμαζαν τους εαυτούς του Σκολότες. Το Ελληνικό «Σκύθες» προφανώς αντικατοπτρίζει μια παλαιότερη αντήχηση του ιδίου ονόματος. Η λέξη αρχικά σήμαινε τοξευτής, τοξότης και προήλθε αρχικά από την Πρωτοϊνδοευρωπαϊκή γλωσσική ρίζα -skeud- εκτοξεύω, πετώ (Γερμανικά schüssen Αγγλικά shoot). Στα παραδοσιακά Πολωνικά και Ουκρανικά τραγούδια οι άνθρωποι της στέππας ονομάζονται Σόκολοι που πιθανόν να προέρχεται από το Σκολότοι. Οι Πέρσες ονόμαζαν τους Σκύθες Saka, πιθανόν από την Ιρανική ρηματική ρίζα sak- πηγαίνω, περιπλανώμαι, δηλ. περιπλανώμενος, νομάδας. Οι Κινέζοι επίσης γνώριζαν τους Σάκες ως Σάι (Στα αρχαία σινικά sək).




Οι Σκύθες, εκυβερνώντο από ολιγάριθμες αριστοκρατικές κάστες, οι οποίες συνδέονταν με στενές συμμαχίες. Οι βασιλείς είχαν για τάφους τεχνητούς λόφους υψωμένους πάνω σε δώματα από πευκόξυλο. Οι τάφοι τους περιείχαν χρυσό, μετάξι, οστά ίππων και υπολείμματα από ανθρωποθυσίες. Τεχνικές μουμιοποίησης και το μονίμως παγωμένο έδαφος, βοήθησαν στη διάσωση αρκετών λειψάνων.






Οι Σκύθες ήλεγχαν μια εξαιρετικά πλούσια γη και ήταν υποχρεωμένοι να μπορούν να την υπερασπίζουν από επίβουλους γείτονες. Ήταν περίφημοι εφιπποτοξότες και πολλοί έβρισκαν εργασία ως μισθοφόροι. Εφάρμοζαν δόγματα ψυχολογικού πολέμου αποσκοπώντας στην κατατρομοκράτηση των αντιπάλων τους. Πριόνιζαν το άνω μέρος του κρανίου του πιο σπουδαίου εχθρού τους και το έκαναν κύπελλο. Πολλοί το επαργύρωναν και μερικοί καυχόταν ότι είχαν πριονίσει το κρανίο του ενώ ήταν ζωντανός. Ήταν επίσης κεφαλοκυνηγοί. Χάραζαν με ένα μαχαίρι το δέρμα του κεφαλιού πάνω από τα αυτιά και αφαιρούσαν το δέρμα των νικημένων εχθρών τους τραβώντας το σιγά σιγά. Πολλοί το έκαναν ενώ ο εχθρός ψυχορραγούσε ακόμα. Οι πιο αποτελεσματικοί φονιάδες· αυτοί δηλαδή που είχαν τα πιο πολλά κρανιο-δέρματα ανήκαν σε κλειστές λέσχες. Επίσης τύφλωναν τους σκλάβους τους για να μην δραπετεύουν.





Ο Ηρόδοτος λέει πως οι Έλληνες άποικοι τους θεωρούσαν απογόνους του Ηρακλή, αν και αναφέρει πως οι ίδιοι οι Σκύθες ονόμαζαν ως αρχηγό τους τον ιθαγενή Ταργίταο. Για τους μελετητές του Ηροδότου η εκδοχή αυτή είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο οι Έλληνες φρόντιζαν να εισάγουν σε «βάρβαρες» χώρες ήρωες της μυθολογίας τους, ώστε να αιτιολογήσουν ένα ενδεχόμενο αποικισμό και να νομιμοποιήσουν την εγκατάστασή τους. Οι πιο σημαντικές Σκυθικές φυλές που αναφέρονται στις ελληνικές πηγές, κατοικούσαν στις στέππες ανάμεσα στους ποταμούς Δνείπερο και Ντον. Η Ελληνο-Σκυθική επαφή επικεντρώθηκε στις Ελληνιστικές πόλεις και οικισμούς της Κριμαίας (ιδίως στο Βασίλειο του Βοσπόρου) .



Πηγές:
Ηρόδοτος «Ιστορίαι» Βιβλίο Δ «Μελπομένη» Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
Oswald Szemerényi, Sitzungsberichte der Österreichischen Akademie der Wissenschaften 371, Vienna, 1980 = Scripta minora, τομ. 4, σελ. 2051-2093.



Οι Σαρμάτες



H καταγωγή των Σαρματών αποτελεί ακόμα αίνιγμα. Ο Ηρόδοτος (1) αναφέρει ότι ήταν μια φυλή που δημιουργήθηκε από τους Σκύθες και τις Αμαζόνες του ποταμού Θερμόδοντα. (νομάδες Κάσκα;) Πολλοί πιστεύουν ότι οι Σαυρομάτες του Ηροδότου είναι παραφθορά του Σαρμάτες (2) Το Ιερό βιβλίο των Περσών «Αβέστα» μιλά για μια περιοχή με το όνομα «Σαϊρίμα» και ο Ψευδοσκύλαξ αναφέρει ότι οι γείτονες των Σκυθών ονομάζονται «Συρμάται». Ήταν χωρισμένοι σε φυλές γνωστές σαν Ιάζυγες και Ροξολάνοι. Επίσης αναφέρονται από τους Κινέζους σαν Γιέν-Τσάι ή Αλαν-Λιάο και γι’ αυτό πολλοί πιστεύουν ότι οι Αλανοί είναι μια από τις Σαρματικές φυλές. Ανήκαν και αυτοί όπως οι Σκύθες στους «ιρανόφωνους» νομάδες και ήταν σίγουρα ινδοευρωπαϊκό φύλλο. Άλλοι συγγραφείς τους περιγράφουν ως «Σίνδους σκλάβους οδηγούμενους από μαστίγια», υπονοώντας ότι αρχικά ήταν υπόδουλοι στους Σκύθες. (3)




Σύμφωνα με τον Πλίνιο συνήθιζαν τη δερματοστιξία (τατουάζ) και ένα ιδιόρρυθμο έθιμό τους ήταν να μην επιτρέπουν στα κορίτσια να παντρευτούν αν δεν έφερναν στη φυλή το κομμένο κεφάλι ενός εχθρού. (4) Ανάγλυφα όμως από την περιοχή της Κριμαίας και της Ν. Ρωσσίας τους απεικονίζουν σαν κατάφρακτους ιππείς. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι κατασκεύαζαν θωρακίσεις εξ οπλών ίππων, λόγω δυσκολίας στην ανεύρεση μετάλλων. (5) και ο Οβίδιος έγραψε ότι χρησιμοποιούσαν δηλητηριασμένα βέλη. Χρησιμοποιούσαν ευνουχισμένους ίππους στη μάχη. (6) Οι μονάδες σχηματίζονταν από άντρες που είχαν δώσει όρκο πίστης και είχαν πιει κρασί ανάμεικτο με σταγόνες αίμα όλων των στελεχών της μονάδας. Όποιος ηγήτορας ήθελε να συγκεντρώσει στρατό έσφαζε ένα βόδι, το μαγείρευε και άπλωνε το κρέας πάνω στο τομάρι. Μετά οι συγγενείς και οι φίλοι του έπαιρναν μερίδα και δήλωναν πόσους φίλους ή πόσα όπλα θα έφερναν για να τον υποστηρίξουν. (7)






Το σύνολο του στρατού τους ήταν αρχικά εφιπποτοξότες και μόνο λίγοι ευγενείς έφεραν θωράκιση. Η μάχη όμως του Θάτη σηματοδοτεί την άνοδό τους. Ξεκινώντας σαν μισθοφόροι βασιλείου του Βοσπόρου βελτίωσαν αρχικά τον εξοπλισμό τους. Θεωρούνται οι εφευρέτες του αναβολέα. Σε μερικές περιπτώσεις σχημάτισαν μονάδες κατάφρακτου ιππικού. Ενώ οι ελαφροί ιππείς έφεραν ασπίδα, οι κατάφρακτοι έκαναν έφοδο κρατώντας την λόγχη και με τα δύο χέρια. Τα ξίφη τους ήταν αρχικά κοντά αλλά σταδιακά άρχισαν να αυξάνονται σε μήκος. Σταδιακά οι Ροξολάνοι και οι Ιάζυγες μετανάστευσαν μέχρι την Δακία. Συμμάχησαν με τους Δάκες και αποτέλεσαν μεγάλο πρόβλημα για τους Ρωμαίους. Τελικά εισήλθαν στη Ρωμαϊκή υπηρεσία ως βαριά οπλισμένοι ιππείς. Πιθανολογείται ότι μία ίλη Σαρματών κατάφρακτων, σταθμευμένων στην Βρετανία κατά του πρώτους χριστιανικούς αιώνες, απετέλεσε την βάση των θρύλων για το βασιλιά Αρθούρο και τους ιππότες του.






Πηγές
1. Ηρόδοτος «Ιστορίαι» 4. 110-116 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
2. Πολύβιος «Ιστορία» 20.4-6 38.1 Τύμφη. Evelyn S. Shuckburgh London: Macmillan, 1889
Πλίνιος «Φυσική Ιστορία» 4.80 J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905
3. Βαλέριος Φλάκος Αργοναυτικά 6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
4. Ιπποκράτης «Περί Αέρων» 17 J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1903
5. Παυσανίας «Ελλάδος Περιήγησις - Αττικά» 21.8 Εκδοτική Αθηνών
6. Στράβων Γεωγραφικά 7,4,8 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914

7. Λουκιανός Τόξαρις 48 J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1904


1 σχόλιο:

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.